Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα, Ηλέιας

Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα,  Ηλέιας

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Η θεια Ζωίτσα


Νάτη και η θεια-Ζωίτσα με τα μπαστούνια της γυρνώντας από τους κήπους της στο Βαρικό.
Τον Οκτώβρη του 1990 είναι αυτή η φωτογραφία, στην Κάτω Βρύση

6 σχόλια:

potseika είπε...

Ηλια,σου είπα μεγάλε, εσύ γράφεις ιστορία εδώ. Τί είσαι συ,ρε παιδάκι μου? Πότε τις τράβηξες αυτές τις φοβερές φωτογραφίες?
Μπράβο,ρε,φίλε, να είσαι καλά. Με γέμισες από αναμνήσεις.
Θα γράψω κι εγώ εδώ κάποια πράγματα για θεια Ζωίτσα,μπαρμπα Γιώργη Κουκουζή,μπαρμπα Σταύρο και θεια Αλεξάντρα.

Προτείνω να κάνουμε ένα μικρό "αφιέρωμα" στους "παλιούς" Κουφοπλαίους,που δεν υπάρχουν πιά.Να λεμε δυο λόγια ,ό,τι θυμάται καθένας.

΄Αντε,βρε και οι άλλοι από δω μέσα. Μιλάτε. Μη θέλετε να σας βάλουμε ...κλεισάρα?

potseika είπε...

Λοιπόν, Κουφοπουλαίοι μου, να ξεκινήσουμε αυτό το αφιέρωμα στους παλιούς συγχωριανούς μας που «φύγανε» από τη θεια Ζωίτσα ,σύζυγο του μπάρμπα Νικολάκη Καπλάνη.
Η θεια Ζωίτσα, το ξέρουμε όλοι, υπήρξε για χρόνια μια από τις «δυνατές» μορφές στο χωριό. Εργατική, κοινωνική, καταδεκτική και προπαντός «ανοιχτή» στα αστεία και τα πειράγματα. Στο χωριό μας τα πειράγματα , τα αστεία, καμιά φορά και πολύ χοντρά, ήταν μέρος της κοινωνικής ζωής των συγχωριανών. Ουαί και αλίμονο, αν τολμούσες να τα αψηφήσεις ή να μην τα αποδεχτείς. Ο ένας πείραζε τον άλλο χωρίς έλεος, αλλά και δίχως εμπάθεια ή μνησικακία. Γι΄αυτό και δε θυμάμαι προσωπικά ποτέ να έγινε παρεξήγηση για μια πλάκα, για ένα αστείο.
Κορυφαίοι από τους παλιούς σε αυτό τον τομέα ήταν ο Αντώνης Ντουρούμης (φυσιογνωμία μοναδική στο χωριό, άντρακλας ως εκεί πάνω, τον προλάβαμε να φοράει φουστανέλα!),ο Σπύρος ο Τσιγουρής, ο Διαμαντής Αργύρης, ο Γιώργης ο Γραμματικός και φυσικά ο Γιώργης ο Κουκουζής ο μεγάλος. Από τους νεότερους την παράδοση τη συνέχισαν και τη συνεχίζουν ο Σπήλιος ο Θεοχάρης με ανεπανάληπτες πλάκες και πειράγματα και ο Χρηστ΄Αργύρης (παπα Χρήστος).

Η θεια Ζωίτσα, λοιπόν, για να επανέλθουμε στην «τιμώμενη», δεχόταν τις πλάκες και τα πειράγματα καλόκαρδα, αθώα, συγκαταβατικά, αλλά σου τα ανταπέδιδε την ίδια ώρα ή σε άλλη στιγμή, όταν θα σε έπιανε «μπόσικο» Δε χαριζόταν. Οι «ιστορίες» και οι πλάκες με τη θεια Ζωίτσα είναι αστείρευτες.

Μια φορά στο πανηγύρι στο «Σεπετώ» είχανε πάει,λέει, η θεια Ζωίτσα και ο άντρας της ο μπαρμπα Νικολάκης με «πράμα» να πουλήσουν.( Οι Κουφοπλαίοι ήταν γεννημένοι έμποροι, όπως θα πούμε άλλη φορά, όταν μιλήσουμε για την καταγωγή μας. Πολλοί δε άφηναν πανηγύρι για πανηγύρι το καλοκαίρι στην περιοχή. Ψώνιζαν παιχνίδια, καραμέλες, λουκούμια, παστέλια,«πράμα»,όπως το έλεγαν, από την Ανδρίτσαινα, τα φόρτωναν στα ζα και πήγαιναν από την παραμονή όπου είχε καλό πανηγύρι στην περιοχή. ΄Εστηναν ένα κρεβάτι εκστρατείας , άπλωναν την πραμάτεια πάνω και πούλαγαν αβέρτα. Κονόμαγαν λεφτάκια για την εποχή).

Από την παραμονή, εκείνη τη χρονιά, νωρίς-νωρίς, στήσανε η θεια Ζωίτσα και ο μπαρμπα Νικολάκης τους πάγκους τους ξεχωριστά ο καθένας και διαλαλούσαν τα καλούδια τους: «Λουκούμι και νερό, λουκούμι και νερό, εδώ το καλό το πράμα …» Μια στιγμή, εκεί στα μεσάνυχτα, μέσα στην οχλαγοή από τα όργανα που παίζανε στη διαπασών, βγάζει μια φωνή η θειά Ζωίτσα ,που σείστηκε το πανηγύρι. «Νικολάκη, τι έπαθα, η μαύρη,.»,να κλαίει και να οδύρεται η θειά Ζωίτσα. «Απόψε με γαμ…σανε, σου λέω,Νικολάκη…» .και να τραβάει τα μαλλιά της. Μαζεύεται σωρό κόσμος, να κάνουνε χάζι, γελάνε με αυτά που ακούγανε, καταφτάνει και ο μπαρμπα Νικολάκης αναστατωμένος, τα χάνει προς στιγμή, πήρε τοις μετρητοίς ο άνθρωπος τα λόγια της γυναίκας του «τι είπες, μωρή, ρουφιάνα», την αγριοκοιτάζει, «ποιος, μωρή σου κανε τέτοια δουλειά;» .
Και επιτέλους η θεια Ζωίτσα εξηγεί τι εννοούσε πως τη γαμ..σανε: «Ρε, έρχεται ένας σας λέω, καλοντυμένος, ψωνίζει τo ένα ψωνίζει το άλλο, του κάνω λογαριασμό 50 φράγκα. Βγάζει και μου δίνει πεντακοσιάριο, του δίνω κι εγώ ρέστα 450 και πάει καλιά του. Μόλις σκαπέτησε, τηράω, τι να ιδώ η κουρούνα. Το πεντακοσιάρικο ήτανε «ράλικο», χριστιανοί μου, με γέλασε ο κιαρατάς μπροστά στα μάτια μου… που κακό χτικιό να τον βρει , που στα σάβανα να τα φάει…». Παθαίνει ο μπάρμπα Νικολάκης, που τα ακούει, μεγάλη η ζημιά όντως, δεν ήταν και λίγα λεφτά ένα ολόκληρο πεντακοσιάρικο τότε και αγανακτισμένος την κεραυνοβολεί : «,Εμ ,δε σε γαμ..σανε καλύτερα, μωρή, παρά που μού κανες τέτοια σουβή», της κάνει και αφήνει σύξυλους τους συγκεντρωμένους, που είχαν κατουρηθεί από τα γέλια με όσα άκουγαν.

potseika είπε...

Είναι πολλές οι ξεκαρδιστικές «ιστορίες» με τη θεια Ζωίτσα. Πού να τις θυμηθεί κανείς όλες. Να πω σύντομα και μια τελευταία.
Είχα κατέβη με την πρώην γυναίκα μου, νιόπαντροι τότε, στην Ανδρίτσανα για πρώτη φορά. Ανεβαίναμε από την αγορά στο χωριό κι εκεί στου Μαχαιρά το γιοφύρι να σου η θεια Ζωίτσα, ανηφόριζε κι εκείνη για πάνω. Της συστήνω την Αγγελική, χαιρετούρες… «και τι γυναίκα είναι τούτη, αντρογυναίκα κι όμορφη, Αγγέλα να τη λες, της πάει…», τέτοια να λέει σε όλο το δρόμο η θεια Ζωίτσα. Μια στιγμή, εκεί στον Αγιο Νικόλα, πιάστηκε η μέση μου εμένα που κουβάλαγα μια τσάντα τεράστια και τη δίνω ξεψυχισμένος στην …Αγγέλα. Τη βουτάει εκείνη, δυνατή όπως ήτανε, με μια κίνηση την πετάει στην πλάτη και ανέβαινε την ανηφόρα λες και ήτανε ίσιωμα. Βλέπει τη σκηνή η θεια Ζωίτσα, παθαίνει και τι την ακούω να μου λέει: «Εμ, άμα δεν μπορείς να σηκώσεις μια τσιάντα Νιιιικο, πώς θα την …καβαλήσεις τέτοια φοράδα, που πήγες και πήρες; ».

Χαχαχαααααααα, ακόμα γελάω μόνος μου, όταν θυμάμαι τέτοιες σκηνές με τη συχωρεμένη τη θεια Ζωίτσα.
΄Εδινε στο χωριό το δικό της ιδιόμορφο «χρώμα».
Θεός συχωρέσει την!

potseika είπε...

Συμπλήρωμα: Στους κορυφαίους της πλάκας και των πειραγμάτων ξεχάσαμε να συμπεριλάβουμε και το Νίκο Μαντίνη (Ρηγόπουλος). Δεν ήταν από το χωριό μας,αλλά είχε έρθει σώγαμπρος από τα κάτω χωριά. Παντρεύτηκε τη θειά μου τη Μαντίνη και ενσωματώθηκε πολύ γήγορα στην κουφοπλιώτικη κοινωνία.Μέγας παλακατζής και πειρχαχτήρι κι αυτός.

Κουφόπουλο είπε...

Πολύ χαίρομαι να διαβάζω τέτοιες ιστορίες.
Ευχαριστώ Νίκο που μπαίνεις στον κόπο να τις γράφεις!
Λοιπόν, τη θεια-Ζωίτσα τη θυμάμαι αρκετά καλά. Δυστυχώς δεν έχω άλλη φωτογραφία της, αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία που την τράβηξα (ίσως ψάχνοντας να βρώ κάτι ακόμη).

Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη διάθεση της για πλάκα και αστεία, ακόμα και όταν μάλωνε στα σοβαρά δεν έχανε την ευκαιρία να "χώνει" και αστεία πειράγματα, ιδιαίτερα αιχμηρά και πιπεράτα πολλές φορές. Οι τσακωμοί της με τη Σταυρουλα για το νερό της Κάτω Βρύσης ήταν σκηνές απείρου κάλλους στη μικρή κοινωνία του χωριού μας. Η Σταυρούλα έχανε το λαικό έρεισμα -στα παιδικά μας μάτια τουλάχιστον- ακριβώς από αυτό το χαρακτηριστικό της Ζωίτσας: τη δυνατότητα της να ελίσεται με μεγάλη ικανότητα μεταξύ σοβαρού και αστείου. Εκεί που τα πράγματα σοβάρευαν αρκετά και η Σταυρούλα έβγαζε αφρούς η Ζωίτσα πέταγε την αστεία ατάκα ρίχνοντας και μια κλεφτή ματιά σε μας που βλέπαμε που τους άφηνε όλους στον τόπο! Πάντα μου έδινε την εντύπωση ότι δεν τα έπαιρνε και πολύ σοβαρά τα πράγματα και ήταν απο πάνω εξ ορισμού. Δέκα Σταυρούλες στην καθισιά της ήθελε η μακαρίτισσα η θειά Ζωίτσα!

Τον άντρα της αντίθετα δεν το θυμάμαι σχεδόν καθόλου, οκτώ χρόνων ήμουν όταν πεθανε. Θυμάμαι όμως καθαρά την ημέρα του θανάτου του. Ήταν φθινόπωρο του 1976, μάλλον Νοέμβρης. Ο μπάρμπα Νικολάκης όργωνε το χωράφι του, "στους χορούς" και πέθανε -μάλλον από καρδιά- στο χωράφι. Είχε νυχτώσει και είχαμε μαζευτεί στο σπίτι όλοι όταν ακούσαμε φωνές μέσα στη νύχτα. Ο πατέρας μου έφυγε μέσα στη νύχτα γυρίζοντας κανα δυό ώρες αργότερα και μας είπε "πέθανε ο Νικολάκης στο χωράφι, να πάρουμε τηλέφωνο τη Ζωίτσα... και πως να της το πούμε τώρα..." Η Ζωίτσα έλειπε κάπου στην Καλαμάτα σε συγγενείς την μέρα κείνη.
Ο μπάρμπα-Νικολάκης είχε σύντροφο σε όλες τις δουλειές του ένα ψαρρό μουλάρι που προφανώς με τα χρόνια είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τον αφέντη του. Είχα ακούσει ότι αυτό το μουλάρι έπεσε σε μαρασμό όταν χάθηκε ο Νικολάκης, ψώφισε λίγους μήνες μετά. Λίγο πριν ψωφίσει μάλιστα έτυχε να λυθεί από το χωράφι που το είχαν δέσει και το βρήκαν έξω από την πόρτα του νεκροταφείου που ήταν θαμένος ο μπάρμπα Νικολάκης. Βεβαίως αυτό το αναφέρω περισσότερο σα δοξασία αφού δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό το γεγονός συνέβει πραγματικά.

Κουφόπουλο είπε...

Μιά μεγάλη πλάκα που θυμάμαι, εμπνευση του μεγάλου Σπήλιου:
Ήταν η εποχή που έιχαν έρθει τα τηλέφωνα στο χωριό. Εκτός από το ένα και μοναδικό κοινόχρηστο τηλέφωνο στο χωριό είχε την ευκαιρία όποιος ήθελε να βάλει τηλέφωνο στο σπίτι του.
Υπάλληλοι του ΟΤΕ λοιπόν πήγαν στο σπίτι της θεια-Ζωίτσας να συνδέσουν το τηλέφωνο. Η θεια Ζωίτσα υπόψην ήξερε γράμματα, η μοναδική γυναίκα του χωριού που ήξερε από τη γενιά της από όσο ξέρω. Η πρώτη έκπληξη για αυτήν ήταν η ίδια η συσκευή που είχε κουμπιά για το κάθε νούμερο κλήσης και όχι τους παλιούς δίσκους επιλογής αριθμού. " Α, δε φέρνει φούρλες ετούτο;" ρωτάει έκπληκτη τον υπάλληλο. "Όχι γιαγιά, της απαντάει χαμογελωντας ο υπάλληλος, πατάς τον αριθμό που θέλεις μόνο"
Ο Σπήλιος λοιπόν, μεγάλο πειραχτήρι όπως ξέρετε, όταν ήταν φρεσκο το γεγονός των νέων τηλεφώνων, παίρνει τη θεια Ζωίτσα τηλέφωνο προποιούμενος ότι είναι από τον ΟΤΕ:
"Γειά σας, από τον ΟΤΕ είμαστε, όλα καλά με το τηλέφωνο σας;"
"Ευχαριστούμε πολύ" απαντάει η θεια Ζωίτσα "ναι, πολύ καλά όλα"
"Να σας πώ όμως, πρέπει να προσέχετε και λίγο. Κοιτάξτε σας παρακαλώ να μην απλώσετε... ρούχα στο καλώδιο του τηλεφώνου! Υπάρχει κίνδυνος να πάρετε φωτιά!"
"Όχι, όχι, δε θα απλώσουμε" απαντάει η Ζωίτσα
"Σας παρακαλώ όμως" συνεχίζει απτόητος ο Σπήλιος " πέστε το και στους άλλους χωριανούν να προσέχουν"
"Βεβαίως θα το πω" συνεχίζει η θεια Ζωίτσα.
Την επόμενη Κυριακή λοιπόν στην εκκλησία, με το που τελειώνει ο παπα-Τάκης τη λειτουργία πετάγεται και η θεια Ζωίτσα:
"Να σας παω και εγώ κάτι...Με πήρε τηλέφωνο ο ΟΤΕΣ και μου είπε να μην απλώνουμε ρούχα στα καλώδια γιατι θα πάρουμε φωτιά και θα καούμε!!!"