Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα, Ηλέιας

Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα,  Ηλέιας

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ο Μπάρμπα Γιώργης



Ο μπάρμπα Γιώργης ο Κουκουζής.
Η φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στον Άγιο Νικόλα την άνοιξη του 1996.
Τον θεωρώ από τις χαρακτηριστικότερες φυσιογνωμίες του χωριού μας, οι λόγοι νομίζω  προφανείς για όσους τον θυμούνται.



Ακόμα μία φωτογραφία του μπάρμπα Γιώργη, μια βροχερή μέρα της άνοιξης με της γίδες του.




7 σχόλια:

Βαγγέλης είπε...

Καλησπέρα Ηλία. Τι κάνεις; Ο Μπαρμπα-Γιώργης ήταν η πιο χαρακτηριστική μορφή του χωριού. Πέθανε και βουβάθηκε το χωριό.

Κουφόπουλο είπε...

Γειά σου Βαγγέλη, πες και του πατέρα σου ρε συ να γράψει κανα σχόλιο, συνέχεια τον αναφέρουμε, έχει πολλά να μας πει.
Τον μπάρμπα Γιώργη τον θυμάσαι καλά. Δεν ξέρω από που να αρχίσω και να τελειώσω με αυτόν ακριβώς για αυτό που λες: ήταν η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.
Πρώτα από όλα η φωνή του και η ομιλία του. Για τους επίδοξους μίμους ήταν το πρώτο πρόσωπο που θα έπιαναν. Δυστυχώς εδώ ο γραπτός λόγος αδυνατεί.
Γλεντζές, χορευταράς και μεζεκλής. Έλειπε η γυναίκα του στην Αθήνα και μόνος στο σπίτι έψηνε κοτόπουλο στη σούβλα με το κασετόφωνο να πάιζει τέρμα λες και έιχαν έρθει οι σημαντικότερες επισκέψεις. Στο τραγούδι και το χορό πάντα μέσα, δεν έλειπε ποτέ. Ειδικά από το χορό δεν έβγαινε ο μπαρπα Γιώργης, αδύνατος ευλίγιστος και λεβέντης μέχρι που πέθανε, στα 85 του. Το " Σήκω Διαμάντω" ειδικά το έχω συνδεσει με τη δική του ανάμνηση.
Τραγούδαγε όλες τις ώρες, όταν κλάδευε το αμπέλι του, όταν θέριζε, όταν γύριζε με τις γίδες του στο χωριό. Εκεί που τον άκουγες νευριασμένο να φωνάζει θεού φωνή, μετά από ένα λεπτό άρχιζε το τραγούδι. Όπως έγραφα και πριν για τη θεια Ζωίτσα έτσι και αυτός, δεν τα έπερνε και πολύ σοβαρά τα πράματα, ή τουλάχιστον όσο σοβαρά και να ήταν δεν του χαλούσε ποτέ το κέφι. Η ζωή ήταν ένα πάντα τραγούδι για αυτόν, μέχρι που πέθανε.
Όταν στο τέλος ήταν άρρωστος είχαν έρθει τα παιδιά του από τον Καναδά. Τον περιμένανε σήμερα αύριο, όπου να ΄ναι. Τον έβλεπαν στο κρεββάτι να ψυχομαχεί, να βαριανασένει και φώναζε "βγες βρε έρμη".
Στην ψυχή του το έλεγε, βγες να ησυχάσω επιτέλους!!!

potseika είπε...

Ώστε υιός Σπήλιου είσαι Βαγγέλη και δεν το λες; Πες ,βρε, όπως λέει και ο Ηλίας, στον πατέρα σου να μας «επισκεφτεί» εδώ ,να θυμηθούμε τα παλιά και να γελάσουμε…

Που λες, Ηλία, για μπάρμπα Γιώργη Κουκουζή τα είπες όλα. ΄Ετσι ακριβώς, όπως τον περιέγραψες ήταν. Γλεντζές, χορευταράς, έξω καρδιά, αυθόρμητος.
Με τον πατέρα μου ήταν «τακίμια». Βλέπεις το βιολί του μπάρμπα Γιάννη για το γλεντοκόπημα , ήταν πιο απαραίτητο και από τα κρασιά και τα κοψίδια εκείνο τον καιρό στο χωριό.

Τον θυμάμαι από παιδί, ερχόταν συχνά στο σπίτι μας ,τα χειμωνιάτικα κυρίως βράδυα, με τη θεια Ακριβή αγκαζέ. Καίγανε στο τζάκι τα κούτσουρα, «έπιανε» η Γιωτάρα η μάνα μου κρασί από τη «βαγενίτσα», στρώνανε τραπέζι με καμιά τσιγαρίδα ή κανα καγιανά και απέ άρχιζε το ψηστήρι ο μπάρμπα Γιώργης: «Βγάλτο, ρε Γιάννη Αδάμη… «Ποιο, ρε;» Έκανε τάχα πως δεν καταλάβαινε ο οργανοπαίχτης. Κι αρχίζανε τα αστεία, τα λογοπαίγνια και τα πειράγματα και χα-χα-χα και κα-κα-κα και άντε «άσπρο πάτο» και να «πεθάνει ο χάρος». Αλλά μέχρι να το…βγάλει ο μπαρμπα Γιάννης, βέβαια, τους έβγαζε την ψυχή.
(΄Ετσι κάναν οι οργανοπαίχτες. Και στα πανηγύρια και στους γάμους, δεν αρχινάγανε με την πρώτη. Κουρδίζανε ή κάνανε πως κουρδίζανε τα όργανα, έπαιρνε καμιά «αρπαχτή» το κλαρίνο ή το βιολί και την έκοβαν απότομα. ΄Οταν είχανε και «μηχανήματα» αργότερα, αρχίζανε και τα ένα δυο ,ένα δύο, φου-φου, «ακούγομαι, ρε;»,έτσι για να πικάρουν τον κόσμο, να τον πιλατεύουν, να «φτιάχνονται»).

Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή εκείνα τα βράδυα, που λέγαμε, έβγαινε τελικά το βιολί από τη θήκη, έπιανα κι εγώ μια κιθάρα, για να κρατάω το κοπανιαμέντο και αρχίναγε το γλέντι. Σαν ελατήριο πεταγότανε πάνω ο μπάρμπα Γιώργης και στο κατόπι η μάνα μου. Να κάνει εκείνος κάτι τσαλίμια, άλλο πράμα. Να λυγίζει κορμί και πόδια σαν αίλουρος, να κάνει πήδουλους ως εκεί πάνω και πάλι μετά να χορεύει ήσυχα, ταπεινά στη γης, με πάθος και ρυθμό. Άλλο να βλέπεις αυτές τις σκηνές και άλλο να τις διαβάζεις. Μια μυσταγωγία μιλάμε, μια ηθογραφία Παπαδιαμάντη, που την ανάσταιναν "γραμμή-γραμμή", μπάρμπα Γιώργης και θεια Γιώτα, εκεί επί τόπου, και ας μην ήξερε κανείς τους ποιος ήταν ο «Κοσμοκαλόγερος».

Το γλέντι κράταγε μέχρι αργά. Στο μεταξύ, ερχόντουσαν και άλλοι κι άλλοι, ο θειος μου ο Νιόνιο Μάλιος, ο Μήτσο Χρόνης με τη θεια Αντώναινα, ο Πάνο Κορκολής, η Δώρα, ο Νίκο Γιακουμής και φυσικά πρώτος και καλύτερος ο Νίκο Μαντίνης-Ρηγόπουλος, ο μόνος που έκανε «τρελά», άμα ερχότανε στο τσακίρ κέφι (έσπαγε ποτήρια, ας πούμε) και τον μαλώνανε συνέχεια. Κόσμος, λέμε, χαλασμός, ζωή.
Κι όλα αυτά, έτσι στην πλάκα, απροετοίμαστα, χωρίς καμιά ιδιαίτερη πρόσκληση, δίχως να είναι καμιά γιορτή ή επέτειος. Για να περνάνε οι άγριες νύχτες του Γενάρη, που στο χωριό μας εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ άγριες, παιδιά, όντως.

΄Ηταν ακόμα νέοι τότε στο χωριό οι…γέροι μας, είχαν κέφι και όρεξη ,διψάγαν για ζωή.

potseika είπε...

Διόρθωση: Η γυναίκα του συχωρεμένου Μήτσου Χρόνη λέγεται θεια Αντώνα και όχι Αντώναινα,που γράφω. (Συνήθως,λόγω φόρτου δουλειάς, γράφω χωρίς να κοιτάζω "δεύτερο χέρι" τί έγραψα και έτσι γίνονται παραδρομές και λάθη. Αντιληπτό και συγχωρητέο νομίζω.

Κουφόπουλο είπε...

Σωστά, Αντώνα ήταν το όνομα της και είναι ακόμα ζωντανή αν και μεγάλη πλέον σε ηλικία. Αντώναινα θα την λέγαμε αν ο άντρας της ήταν Αντώνης, τα συνηθίζαμε στο χωριό αυτά τα προσονύμια στις γυναίκες.
Όσο για τα λάθη μην ανησυχείς... ούτε εγώ τα κοιτάζω δεύτερη φορά αυτά που γράφω και βλέπω την άλλη μέρα ένα σωρό από δαύτα!

Για τον χορό του Μπάρπα Γιώργη που λες τον θυμάμαι πολύ καλά. Ο χορός είναι να έχεις την αίσθηση του ρυθμού, να πατάς σωστά στο χρονο σου. Αυτό είναι το σημαντικό. Το να μην ξέρεις φιγούρες είναι δευτερεύον, δεν τρέχει και τίποτα. Αλλά να πατάς αλλού από το σωστό χρόνο του τραγουδιού είναι ασυγχώρητο. Οι φιγούρες και τα κόλπα πολλές φορές παρασύρουν τους χορευτές σε ανευ λόγου λάθη και ο χορός όλος πάει στράφη. Ο Κουκουζής όμως είχε αυτό το χάρισμα, μπορέι να πέταγε στον αέρα αλλά ΠΟΤΕ δε θυμάμαι να έχανε το ρυθμό, το χρόνο του. Τη κατάλληλη στιγμή ήταν τα πόδια του εκεί που έπρεπε, στη γή με τα βήματα σωστά όπως πρόσταζε ο κανόνας. Το θεωρώ το σημαντικότατο χάρισμα σε ένα χορευτή παραδοσιακής μουσικής (και όχι μόνο).

potseika είπε...

Χεχε,Ηλία,καλά τα λες για το χορό,σαν ειδικός μιλάς,πρέπει να χορεύεις και συ καλά.
Στο Κανακέικο, αν θυμάμαι καλά,ο θειος σου ο Νικόλης ήταν χορευταράς και σκάμπαζε κι απο μπουζούκι,λέγανε.

Κουφόπουλο είπε...

Από χορό δυστυχώς έχω μείνει μόνο στη... θεωρία:-)))
Ο θείος μου ο Νίκος ναί. Χορεύει ωραία και τραγουδάει. Την έχει στο αίμα του τη μουσική. Μέσω αυτού κυρίως (αλλά όχι μόνο) γνώρισα και αγάπησα και εγώ τη μουσική. Ακόμα και σήμερα ακούω καθημερινά, όσο περίπου ένας μέσος έλληνας βλέπει τηλεόραση. Δυστυχώς και εδώ μόνο στη θεωρία έμεινα, κανένα όργανο δεν ξέρω να παίζω.