Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα, Ηλέιας

Village Koufopoulo, Andritsena, Greece. Χωριό Κουφόπουλο, Ανδρίτσαινα,  Ηλέιας

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Ο Γιακουμής

Πριν λίγες μέρες μας άφησε ακόμα ένας πατριώτης, ο Γιακουμής ο Θεοχάρης (Κωλαράς).

Βάζω εδώ δυο φωτογραφίες του που έχω από ένα παλιό γλέντι στην Κάτω Βρύση για να του πούμε αντίο (νομίζω ότι ήταν το 1994).




ΥΓ. Βρήκα ακόμη μια φωτογραφία, κάπως ασυνήθιστη αφού είναι καβάλα στο άλογο.
Λέω ασυνήθιστη γιατί το Γιακουμή δεν το έχω δει ποτέ καβάλα. Ήταν εκλογές του 1990 και είχαμε μια φοράδα εκεί στο σχολείο που πολλοί ανεβηκαν για βόλτα.



11 σχόλια:

potseika είπε...

Ηλία,παιδιά,καλημέρα σε όλους.

΄Οπως τον περισσότερο καιρό τα τελευταία χρόνια, είμαι εκτός Ελλάδας και έτσι αργώ να μάθω τα νέα από το χωριό.Φαντάζομαι και άλλοι θα έχουν το ίδιο πρόβλημα. Γι΄αυτό, καλό είναι να υπάρχει μια ενημέρωση από δω για τα “μαντάτα” από “κάτου”. Να, όπως τώρα που μάθαμε για το Γιακουμή πως “έφυγε”. Λοιπόν,έτσι για μνημόσυνο, να πούμε δυο λόγια.

Λοιπόν, ως παλιότερος από πολλούς εδώ,θυμάμαι το Γιακουμή να ασκεί στην Ανδρίτσαινα το επάγγελμα του...οδοντίατρου. Θυμάμαι ένα περιστατικό σαν να είναι τώρα.΄Ημουνα παιδί και τον περισσότερο καιρό τον περνούσα στα “Μαλλιέικα” με τη συχωρεμένη τη γιαγιά μου τη Σημούλα (Ασημούλα).΄Ενα απόγεμα,λοιπόν, είχα ένα φοβερό πονόδοντο,κουνιόταν ένα δόντι πίσω και παρ΄όλα τα γιατροσόφια της γιαγιάς (μπούκωμα με σούμα κυρίως) δεν περνούσε ο πόνος με τίποτα. Είδε και απόειδε εκείνη, “σήκω”,μου λέει, να πάμε στα Κωλαρέικα ,θα έχει γυρίσει ο Γιακουμής από Κάτου να στο βγάλει”. Πάμε, πράγματι, ήταν εκεί ο Γιακουμής, μας καλοδέχτκε (ήταν πάντα ανοιχτόκαρδος και γελαστός) μας παίρνει μέσα σε ένα δωμάτιο, που ήταν σχεδόν κανονικό οδοντιατρείο, “μη φοβάσαι”, μου λέει, 'Νικολάκο,δεν είναι τίποτα”.Εξέτασε το πονεμένο δόντι και γνωμάτευσε στη θεια Ασημούλα πως "πρέπει να το πετάξουμε τώρα κιόλας". Ετοίμασε τα σύνεργα ,έβγαλε τα μπαμπάκια του, τις τσιμπίδες του,τις τανάλιες του και ως έμπειρος γιατρός, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, ούτε που κατάλαβα τίποτα,τράβηξε ,ξερίζωσε το κούφιο δόντι και μου το έδωσε να το πετάξω, μετά που θα φεύγαμε, στα κεραμίδια του σπιτιού ,τραγουδώντας το γνωστό “Κουρούνα,πάρ΄το δόντι μου και δώσε μου καινούριο, να ροκανώ τα σίδερα ,να τρω τα παξιμάδια”.

Λέγανε πως έμαθε την “τέχνη” ένα διάστημα που ήταν στην Αθήνα και όπως μάλλον δεν είχε παλιά οδοντίατρο στην Ανδρίτσαινα, εκτελούσε εκείνος χρέη γιατρού. ΄Ετσι και παραδάκι θα έβγαζε και τον κόσμο θα ανακούφιζε από τους επώδυνους πονόδοντους. Δεν ξέρω αν προχωρούσε και σε πιο δύσκολες ή περίπλοκες οδοντιατρικές επεμβάσεις,αν έβαζε μασέλες, τεχνητά δόντια και τέτοια.Δε θυμάμα,κάποιος άλλος ίσως,μεγαλύτερος,να το γνωρίζει. Πάντως, θυμάμαι επίσης (μου έχει μείνει) που λέγανε πως δεν τον άφηνε η Αστυνομία να έχει “ανοιχτό” το οδοντιατρείο του , γιατί δεν είχε “άδεια” (δίπλωμα σχολής προφανώς), γι αυτό και δούλευε κρυφά.

Αυτό μου ήρθε στο μυαλό, μόλις διάβασα εδώ πως πέθανε και ο Γιακουμής. ΄Ηταν γλυκός άνθρωπος, κοινωνικός,γλετζές, ανοιχτός, σε χαρές και λύπες πρώτος στο χωριό.

΄Αντε,καλό ταξίδι,Γιακουμή!

Κουφόπουλο είπε...

Η πρώτη εικόνα που φέρνω στο μυαλό όταν θυμάμαι το Γιακουμή έιναι έναν πάντα χαμογελαστό και ευδιάθετο άνθρωπο. Ομηλιτικός, πάντα πρόθυμος να βοηθήσει.
Στα κοινά δεν απουσιάζε ποτέ είτε μέσω του συλλόγου είτε με οποιδήποτε άλλο τρόπο. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ προσπάθεια για καποιο κοινό έργο στο χωριό και να μην είναι μεσα ο Γιακουμής. Οτιδήποτε, για το νερό, τους δρόμους, την εκκλησία ή ότι άλλο. Κοινωνικός άνθρωπος.
Τον θυμάμαι από μικρός και ψάλτη στην εκκλησία μαζί με τον μπάρμπα Σπύρο, τον Γιάννη Αδάμη και άλλους. Ο αδερφός του ο Τάκης ήταν επίσης ψάλτης αλλά λίγες φορές τον είχα δει στο χωριό αφού έμενε στην Ανδρίτσαινα.
Με τη δική μου την οικογένεια είχαμε και μια κουμπαριά, κουμπάρο τον έλεγαν οι δικοί μου μέχρι τώρα. Ο πατέρας του (νομίζω) είχε βαφτίσει την αδερφή του πατέρα μου, τη Μαρία.
Είμασταν και γείτονες, έχω πολλές αναμνήσεις από αυτόν αλλά ούτε μια άσχημη.

Ελαφρύ το χώμα Γιακουμή...

ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ είπε...

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ.ΟΜΟΡΦΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟ ΣΟΥ ΗΛΙΑ.Ο ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΗΤΑΝ ΓΕΛΑΣΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΤΣΟΥΦΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ ΧΤΥΠΟΥΣΑΝ ΚΟΚΚΙΝΟ!ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ,ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ (ΣΤΟ ΤΑΥΡΟ),ΕΒΡΙΣΚΑ Σ ΑΥΤΟΝ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΟΝΟ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ...ΤΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟ ΤΣΙΠΟΥΡΟ,Ο ΜΕΖΕΣ,ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ....ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΣΤΟ ΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ, Η ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ, ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ ΓΕΛΙΑ ΤΙ ΓΕΛΙΑ ΚΑΝΑΜΕ ΑΛΗΘΕΙΑ....ΗΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΑ ΚΑΙ "ΕΠΙΑΝΑΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ" ΤΑ ΠΑΝΤΑ.ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΗ ΚΛΑΣΙΚΗ ΤΟΥ ΦΡΑΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΤΙ ΔΙΑΦΩΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΑΣ...."ΑΙ ΧΕΣΤΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΡΕ"ΚΑΛΟ ΔΡΟΜΟ ΜΠΑΡΜΠΑ"

ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ είπε...

......ΣΕ ΚΑΘΥΣΤΕΡΩ ΡΕ ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΛΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ. ΔΩΣΕ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΘΕΙΟ ΤΟ ΧΡΗΣΤΟ,ΣΤΟ ΠΕΘΕΡΟ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ.ΡΙΞΤΕ ΚΑΝΑ ΤΣΑΜΙΚΟ ΚΑΙ ΚΕΙ ΣΤΑ ΓΛΕΝΤΙΑ ΣΑΣ...ΣΗΚΩΣΕ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ ΝΑ ΡΙΞΕΙ ΤΙΣ ΖΕΜΠΕΚΕΣ ΤΟΥ (ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ)ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΜΕ ΜΕΤΡΟ...ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ ΝΑ ΜΟΥ ΜΑΘΕΙ "ΤΟ ΠΩΣ ΤΟ ΤΡΙΒΟΥΝ ΤΟ ΠΙΠΕΡΙ"ΚΡΙΜΑ!ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΦΘΑΝΟΥΝ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΟΛΟ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΨΕΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΔΑΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΡΑΝΤΖΟΥΝΑΓΕ ΚΑΛΑ Ο ΜΠΑΓΑΣΑΣ.ΑΝΤΕ ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΠΗΚΕΣ ΣΑΥΤΟ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ........ΜΠΟΡΕΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ....

potseika είπε...

Πολυχρόνη,συγκινητικός,πολύ συναίσθημα βγάζεις αδερφέ μου.Να είσαι καλά,μας κάνεις να νιώσουμε πιο ανθρώπινοι.

potseika είπε...

Καλησπέρα, παίδες Κουφοπουλαίοι... απανταχού της γης. Χρόνια πολλά!

Χτες βράδυ, νύχτα Αποκριάς ,καθόμουν και συλλογιόμουν πάλι κάτι παλιές ιστορίες από “εκείνα τα χρόνια”, που είμαστε παιδιά και ξεκουράστηκε η ψυχή και το μυαλό μου εδώ στην ξενιτιά που ...κατοικοεδρεύω τα τελευταία χρόνια. Μια τέτοια ιστορία, που ζωντάνεψε στο μυαλό μου, είπα να τη μοιραστώ μαζί σας. Γιατί, ποιοι άλλοι θα την ένιωθαν καλύτερα από σας που γεννηθήκαμε και περάσαμε τα μικράτα μας σ΄αυτά τα ευλογημένα (ας ήταν κι άγονα) χώματα;

Που λέτε, εκεί μέσα, δεκαετία του ΄60, Απόκριες σαν χτες,μεσημέρι. “Αποκρεύαμε” όλοι μαζί με τους Μαλλιέους στα Αδαμέικα. Το τραπέζι, τέτοια μέρα στρωμένο με φαγιά “πλούσια τα ελέη”. Αλλά, το φαϊ που το “καλούσε η ημέρα”, ήταν κόκορας κοκινιστός με μακαρόνια ή χυλοπίτες. Και βέβαια,κρασί κοκινέλι από το “Ραχούλι” να ρέει άφθονο από τη βαγενίτσα ,μια “σφέλα”τυρί μυρωδάτη, βγαλμένη με την άλμη της από το βαρέλι που είχε ανοιχτεί επί τούτου για την ημέρα, αυγά “ονοματισμένα” του καθενού, να “ψένονται” στη χόβολη και οποιανού το δικό του έσκαγε ...ήταν γιατί “σκάσανε οι οχτροί” του, ψωμί ολόφρεσκο με επιμέλεια ζυμωμένο και φουρνισμένο την προηγούμενη στον ξυλόφουρνο σε μπακιρένιο ταψί. “Λουκούλειο γεύμα,”που όμως ,εκεί γύρω στις 2, έπρεπε να τελειώσει,να μαζευτεί το τραπέζι και να κλείσει το φαγοπότι με το σερβίρισμα μιας πεντανόστιμης "γαλόπιτας" ,γιατί ο μπάρμπα Γιάννης έπρεπε να φύγει. Τον καλούσε το... καθήκον. Και ποιό ήταν το ύψιστο καθήκον του βιολιτζή Γιάννη Αδάμη; Μα, να διασκεδάσει το χωριό φυσικά, που τέτοια χρονιάρα μέρα ήταν όλοι μαζεμένοι στο προαύλιο της εκκλησιάς και περίμεναν πώς και πώς να έρθουν τα όργανα.

Πρώτα, “έσκαγε μύτι” στην εκκλησιά ο “ έτερος Καπαδόκης”-καλλιτέχνης ,ο μπάρμπα Σπύρος Τσιγουρής, ντυμένος “στην τρίχα” και με σήμα κατατεθέν στην εμφάνιση ένα λουλούδι στο πέτο και κάτι φανταχτερές, πολύχρωμες τιράντες, που ακόμα και τώρα ,αν πω αυτή τη λέξη, συνειρμικά θυμάμαι μπάρμα Σπύρο και αντίστροφα. Ο πατέρας μου ερχόταν πάντα αργοπορημένος (παντού πήγαινε τελευταίος ο ευλογημένος ,σκόπιμα ή από συνήθεια,ποτέ δεν κατάλαβα.Ακόμα και στη λειτουργία, στη “σχόλαση” πήγαινε κι ας ήταν και ψάλτης! (Το μόνιμο παράπονο της μάνας μου της Γιώτας, όταν “πιάνανε μάγγανα” ,που αντίθετα από τον άντρα της, εκείνη ήταν “αντρογυναίκα”, και “έτρωγε τα βύσσαλα” . “Αργοκίνητο καράβι” ,τον έλεγε τον καψερό. Ας είναι).
ΣΥΝΕΧΕΙΑ

potseika είπε...

Με το Σπύρο Τσιγουρή χρόνια οι δυο οργανοπαίχτες μαζί. Παίζανε από αμούστακα παιδιά ακόμα, λέγανε οι ίδιοι , σε πανηγύρια,αρραβώνες,γάμους.(Ο Σίμωνας Καράς τους έχει "αποθησαυρίσει" σε δίσκο του με δυο τραγούδια τους πάλι μαζί). Δε γινότανε χαρά και γλεντοκόπι στα χωριά της περιοχής , χωρίς τις δοξαριές του Γιάννη Αδάμη και το γλυκόλαλο σαντούρι ή (ανάλογα την ανάγκη της κομπανίας) το λαγούτο του Σπύρου Τσιγουρή. ΄Ηταν επαγγελματίες οι άνθρωποι,δεν ήταν τίποτα ευκαιριακοί οργανοπαίχτες που γρατζουνάγανε ερασιτεχνικά κανένα...μαντολίνο έτσι για να λένε πως παίζουν. Εμείς, ως οικογένεια, απ΄αυτό το βιολί του πατέρα μου ζήσαμε, από τους γάμους και τα πανηγύρια “ φάγαμε ψωμί”. Να λέμε τα πράγματα, όπως είναι.
Το μισό χρόνο ,δεν τον βλέπαμε στο σπίτι τον πατέρα μου. Από 21 Μάη, Αγίου Κωνσταντίνου, ως 26 Οκτώβρη , Αγίου Δημητρίου ,έπαιρνε ο “μαύρος” σβάρνα τα πανηγύρια στα χωριά Ηλείας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, με την κομπανία του, που επί συναπτά χρόνια τη συγκροτούσαν τα ίδια πρόσωπα: Μπάρμα Μήτσος Αλεξανδρής από τη Ζούρτσα κλαρίνο, Αριστείδης (Αρεστείρης) Παναγούλιας από τη Βερβίτσα κιθάρα και Σπύρος Τσιγουρής,σαντούρι ή λαούτο,όπως είπαμε. Παλιότερα, την κομπανία συμπλήρωνε και ο Γιάννης ο Βερβιτσόγιαννης-Γερόσταθος ,κιθάρα-λαούτο και σαντούρι (πατέρας της Ντέλας του Θεοχάρη, ξαδέλφη του πατέρα μου), αλλά πέθανε νωρίς, έπαθε “συφόρηση” πάνω στη δουλειά, που παίζανε σε ένα γάμο στη Βερβίτσα.Αργότερα, αποχώρησε και ο Σπύρος Τσιγουρής, γιατί ασχολήθηκε με “μπίζνες” στην Αντρίτσαινα,είχε ανοίξει εστιατόριο(“ξενοδοχείο” στην τοπική γλώσσα) και δεν πολυπήγαινε μετά να παίξει σε δουλειές.
Στήν αρχή, που δεν είχαν "μηχανήματα" (μικροφωνικά), τα πράγματα ήταν δύσκολα για όλους τους οργανοπαίχτες της κομπανίας, αλλά πιότερο για τον πατέρα μου ,γιατί έπρεπε να βγάλει 2 και καμιά φορά 3 μέρες γάμο ή πανηγύρι, χωρίς κάψα στο βιολί και χωρίς μικρόφωνο!(΄Ηταν και ο τραγουδιστής της κομπανίας). Πού να ακουστούν φωνή και “τέλια” βιολιού μέσα στη φασαρία και την οχλαγωγή των μεθυσμένων γλεντοκόπων που βρίσκονταν στο τσακίρ κέφι; Αργότερα, όμως, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, αγοράσανε και “μηχανήματα” ,οπότε η δουλειά “αλάφρυνε”,έγινε και πιο ξεκούραστη και πιο αποδοτική οικονομικά. Οι οργανοπαίχτες τα χρόνια εκείνα βγάζανε “καλά” λεφτά, αν ήταν σωστοί επαγγελματίες και τους έπαιρναν στους γάμους ή τους προτιμούσε ο κόσμος να χορέψει στην κομπανία τους στα πανηγύρια . Γιατί ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος. Σε κάθε πανηγύρι μπορεί να μαζεύονταν πολλά “όργανα”. Στο “Σεπετώ” για παράδειγμα (μεγάλο πανηγύρι στου Ζάχα-Ρογκοζιό, 23 Αυγούστου), κατέφθαναν οργανοπαίχτες κι από τον Πύργο κι από τη Ζαχάρω και μάλιστα με μικροφωνικές και παρδαλές χορεύτριες, πού να παραβγούν οι άλλοι χωρίς μηχανήματα και “γυναίκα”. Μόλις τα πήραν, όμως τα “μικρόφωνα” , “σαρώσανε” στα πανηγύρια οι δικοί μου. Μόνο έναν βιολιτζή ονόματι Παρασκευά “υπολόγιζε” για σοβαρό ανταγωνιστή ο μπαρμα Γιάννης . Δεν ξέρω περισσότερα γι΄αυτόν, μάλλον ήταν από τη Ζαχάρω, και έπαιζε καλό, γλυκό βιολί, όπως άκουγα να το παραδέχεται και ο ίδιος ο πατέρας μου. Να κλείσουμε την... παρένθεση και να επιστρέψουμε σ΄αυτή την Κυριακή της Αποκριάς στο προαύλιο της εκκλησίας, που λέγαμε.



ΣΥΝΕΧΕΙΑ

potseika είπε...

Μόλις ,λοιπόν, έσκασε μύτη ο μπάρμπα Σπύρος έρχεται και ο μπάρμα Γιάννης από πίσω .Τα όργανα, φυσικά, δεν τα κουβαλάγανε μαζί τους,τα φέρνανε μετά κι αφού πρώτα “βγάζανε την πίστη” στον κόσμο,που περίμενε ανυπόμονα να αρχίσει το γλέντι. (Είναι κι αυτό,όπως και το αργό κούρντισμα, μέσα στα ...κόλπα των οργανοπαιχτών για να “φτιάχνονται” καλύτερα οι γλεντζέδες και έτσι , “ξαναμμένοι” όπως είναι, να κάνουνε μετά παραγγελιές τη μια μετά την άλλη και να πετάνε τη “χαρτούρα” στα όργανα. Αλλά, δεν ήταν “αρπακτικά”,όπως κατανήσανε αργότερα οι “σκυλάδες” στα πανηγύρια και στις πίστες. ΄Αμα ήτανε κανείς χορευτής μεθυσμένος και πέταγε τα λεφτά αβέρτα,χωρίς συναίσθηση, στέλνανε κρυφά από την κομπανία και “ειδοποιάγανε” δικό του άνθρωπο, να ρθει να τον μαζέψει, μεθυσμένος που ήτανε. Είχαν τσίπα,δε βγάζανε από τη “μύγα ξίγκι”) .΄Αντε πάλι η παρένθεση. Πάμε πίσω στην εκκλησία,ανήμερα σαν χτες.

Φίσκα το προαύλιο της εκκλησίας. Κανείς δεν έλειπε . Πρώτοι και καλύτεροι οι μασκαράδες. “Ντυμένοι” γέροι, γριές, νύφες, γαμπροί και όλοι με ένα ξύλο στο χέρι,που είχε στην άκρη μια κάλτσα γιομάτη στάχτη. Αν ήσουν αναιδής και πλησίαζες πολύ για να αναγνωρίσεις “ποιος είναι ο μασκαράς”, παφ,σου ρίχνανε μια με τη κάλτσα στη μούρη και στραβωνούσουνα στο λεφτό από τη στάχτη. Ο Γιώργης Κουκουζής ,γλεντζές και χορευταρά πρώτος, δίπλα στους οργανοπαίχτες, να τους τσιγκλάει, να τους πιλατεύει από ώρα, -“τραβάτε ,ρε, πανάθεμα το κεφάλι σας ,φέρτε τα όργανα...”. Αγρίευε κιόλας, γύριζε το μάτι του -“Ρε, Γιάννη Αδάμη, γαμώ το ξεσταύρι μου,θα πάτε ή θα σας βουτήξω και τους δυο να σας ρίξω στο “Σταμνάκι”, τέτοιοι άχρηστοι που είσαστε..;”. Και να ξεκαρδίζονται οι άλλοι που δεν “κρατιότανε” ο μπάρμπα Γιώργης και να συγκατανεύουν, θυμωμένοι οι περισσότεροι, ειδικά οι χορευταράδες, όπως (εκτός από το Γιώργη Κουκουζή) ,ο Νίκο Μαντίνης (Ρηγόπουλος), η Αντωνίτσα του Σταϊκούρα, η Αστριανή του Παναγιωταρά (Αυστριανή) και φυσικά η... μάνα μου, η Γιωτάρα.(Οι πιο πολλοί απ΄αυτούς, ήταν και οι μασκαράδες αυτής της Αποκριάς που διηγιόμαστε ). Με τα πολλά, όταν έβλεπε πια το...καλλιτεχνικό δίδυμο πως έχανε ο κόσμος την υπομονή του, αποφασίζανε να φέρουν τα όργανα και τσουπ, μου “πάταγε το μάτι” εμένα ο μπάρμα Γιάννης. "Βουή" εγώ στο σπίτι, έπαιρνα τη θήκη με το βιολί και “μέχρι να φτύσεις” ,του το έφερνα και του το παράδινα, το απόθαγα με...δέος στο “τουράκι” που είχανε πάρει θέση οι οργανοπαίχτες.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ

potseika είπε...

Μια στιγμή, εκεί που κουρδίζανε και ετοιμάζονταν να αρχίσουν να παίζουν, από την πόρτα που είναι στο καμπαναριό ,κοιτάει ο κόσμος , μπήκανε δυο Αντριτσάνοι μέσα. Ο ένας ήτανε ο Αλέξης ο Χειμώνας ,που είχε το ταξί στην Αντρίτσαινα. Πλησιάσανε, είπανε τα “χρόνια πολλά” , -“τι φτιάντε ρε, Μανιαούρια, Κατσικονούρηδες...(έτσι μας λέγανε τους Κουφοπλαίους, γιατί έχουμε και μανιάτικο αίμα,εκτός των άλλων, θα τα πούμε κι αυτά κάποια φορά) κι αφού αποσώσανε τις χαιρετούρες, πάει ο μπάρμα Αλέξης στ΄αυτί του πατέρα μου και κάτι του έλεγε. Εκείνος, σαν να του ήρθε ταμπλάς, τον καταλάβαινα εγώ καλύτερα απ΄όλους, τον τάραξε με αυτό το μαντάτο. Σκύβει κι ο πατέρας μου με τη σειρά του στ΄αυτί του μπαρμπα Σπύρου και “ψου-ψου-ψου...”, πάρτον κάτω και τον ...άλλο οργανοπαίχτη ,έμεινε με το στόμα ανοιχτό και τούτος. Ο κόσμος έβλεπε τη σκηνή, ψιλιάστηκαν όλοι πως κάτι περίεργο συμβαίνει και περιμένανε εξηγήσεις. Αλλά, κανείς από τους δύο δεν έλεγε λέξη. -“Τί τρέχει ,Γιάννη Αδάμη;”,του κάνει ο μπάρμπα Μήτσος ο Χρόνης (Χρονόπουλος), που ήταν θαρρώ και πρόεδρος εκείνη την εποχή. -“Για δε λέτε τι συμβαίνει,τι θέλουν ετούτοι, τι σας είπαν;”.Τα μασάγανε οι οργανοπαίχτες, δε λέγανε καθαρά. Αλλά,ούτε και συνεχίζανε να κουρδίζουν τα όργανα, τα “κλείσανε” μάλιστα και σηκωθήκανε, τάχα, να πάνε στον πάγκο του μπάρμα Λάμπη του Κουτσολάμπη, που είχε απλωμένα τα παστέλια και τις χρωματιστές καραμέλες (δικιάς του παραγωγής όλα), να γυρίσουν, τάχα μου, την “Τύχη” με τα “πάρε καραμέλα, πάρε πέντε λουκούμια”, με ένα φράγκο το γύρισμα. Μια στιγμή, τα “παίρνει κρανίο” ο Νικόλας ο Μαντίνης (ήταν πολύ οξύθυμος, νευρίαζε με το τίποτα), αρπάζει την “Τύχη” του μπάρμα Λάμπη με τα λουκούμια και τα παστέλια και πατ την εκσφενδονίζει στον... ασφένταμο πάνω! Βουτάει και τον πατέρα μου από το γιακά, άφριζε: -“΄Ηρθε ο Χειμώνας με το ταξί να σας πάρουνε κάτου να παίξετε, Γιάννη; Για το Γκρεκιώτη σας καλέσανε; Τί σας τάξανε ,ρε, κανένα πεντακοσιάρικο και πέσαν τα σάλια σας:”. Να ωρύεται, να έχει γίνει κατακόκινος, εγκεφαλικό θα πάθαινε. Πέσανε πάνω κάτι άλλοι και τον κρατάγανε μην τα κάνει όλα λίμπα. Τίποτα εκείνος, να φουρκίζεται. -“Δε θα πάτε πουθενά, ρε, ή θα παίχτε εδώ στο χωριό σας ή τα σπάου τώρα τα όργανα, κανονίστε...Να, πάρτε ό,τι έχω στις τσέπες μου, δεν έχω άλλα,τούτα είναι...αλλά από δω, δε φεύγετε, τα πόδια θα σας κόψω”. Και κάνει έτσι και ό,τι είχε πάνω του, ένα πενηντάρι χάρτινο, 2-3 κοσάρικα μεταλικά, τάλιρα, δίφραγκα, πενηνταράκια, γύρισε ανάποδα την τσέπη του και τα πέταξε όλα πάνω στη θήκη του βιολιού! Ζυγώσανε και οι πιο ψύχραιμοι, τον τραβήξανε πιο πέρα -“΄Ακου να σου πω Νικόλα”, τον μάλωσε ο μπάρμα Νικολάκης της θειας Ζωίτσας .-“Επαγγελματίες είναι οι ανθρώποι,άμα τους δώκανε καλά λεφτά να πάνε κάτου να παίξουνε θα πάνε, αυτή είναι η δουλειά τους .Δεν πα να λες εσύ...Αποκοπή τους πήρες με τα πέντε τάλιρα που πέταξες”; Μ΄αυτά και με τ΄άλλα, ησύχασε ο Νικόλας (ήταν “ωριάρης”,αλλά πονόψυχος και “έξω καρδιά”). Ο κόσμος είχε “παγώσει”,όμως ,με τούτο τον ξαφνικό καυγά. Κι εκεί που ήταν λιγωμένοι οι μασκαράδες να χορέψουνε, ούτε τροκάκια να κουνάνε, ούτε στάχτη να πετάνε στα μάτια,όλοι είχαν “κολώσει” με την τροπή που πήρε το αποκράτικο πανηγύρι. Κάποιοι μάλιστα που είχαν “ξενερώσει” εντελώς, αρχίσανε να φεύγουν .


ΣΥΝΕΧΕΙΑ

potseika είπε...

Και ,ώ του θαύματος της...Παναγίας! Από το τσούρμο των μασκαράδων, ξεκόβει ένας “γέρος”,πλησιάζει το τουράκι που ήταν τα όργανα, παίρνει τη θήκη , την ανοίγει, βγάζει το βιολί, με μια κίνηση που δε χώραγε αντίρρηση “πετάει” το βιολί στα χέρια του μπάρμπα Γιάννη και του ...δίνει ψιθυριστά παραγγελιά να παίξει την “Αγιοθοδωρίτισα” ,εδώ και τώρα, για να χορέψει. Αυτό ήταν! Χωρίς δεύτερη κουβέντα, βάζει το βιολί στο σαγόνι ο Γιάννη Αδάμης, τραβάει μια σαϊτιά , ρίχνει και ένα “δυνατό” κατά... μήκος και πλάτος του σαντουριού ο Σπύρος ο Τσιγουρής και αρχινάει το γλέντι τρικούβερτο. Δέκα-δεκαπέντε μασκαράδες στη σειρά να χορεύουν,να κάνουν σκέρτσα ,πηδήματα ,φοβιστικές -διονυσιακές κινήσεις. Μπροστά χόρευε ο “γέρος”, που είπαμε,να κουδουνάει την τεράστια κουδούνα του Αντώνη του Ντουρούμη, να βαράει κάτω στη γης με δύναμη το πόδι στον τσίφτικο ρυθμό της “Αγιοθοδωρίτισας”, που παίζανε τα όργανα και την τραγούδαγε με όρεξη και μοναδικά τσακίσματα στη φωνή ο μπάρμα Γιάννης.

Μπορεί το θάμα εκείνη την Κυριακή της Αποκριάς, να... περιφρονήσουν οι οργανοπαίχτες ολόκληρο “πεντακοσιάρικο”και να πάει χαμένο (δεκαετία ΄60 λέμε,είχε αξία το χρήμα τότε), να μην το έκανε η Παναγία, τό κανε όμως η...Παναγιώτα η μάνα μου, χορευταρού πρώτη και “ηγερία” του Γιάννη Αδάμη! Είχανε παρθεί με αγάπη, “εκείνα τα χρόνια” που ήταν απαγορευμένοι οι έρωτες. Οι Μαλλιέοι, η οικογένεια της μάνας μου ,που ήταν “νοικοκυραίοι” δεν τον θέλανε για γαμπρό το “βιολιτζή” . Τον θεωρούσαν ...παρακατιανό. Η Βένη, μάλιστα,η αδελφή της μάνας μου,ούτε στο γάμο τους δεν πήγε!
Και ένα περίεργο πράγμα. Εγώ, που ορκίζομαι ότι τέτοιο πράμα (έρωτας) δεν κρατάει, σας λέω ,επί “λόγου τιμής” ,πως ο δικός τους κράτησε μια ολόκληρη ζωή. Πόναγε βαθιά ο ένας τον άλλο. “Μιλούσαν" και καταλαβαινόντουσαν με τα μάτια. Αφουγκραζόταν ο ένας την ψυχή του άλλου. Και πέθαναν σχεδόν μαζί. ΄Εφυγε πρώτη η μάνα μου. Λίγο μετά, δεν άντεξε και ο μπάρμα Γιάννης, πήγε να τη βρει στη “γειτονιά των αγγέλων”!

Σταματώ εδώ,γιατί βουρκώσανε
τα μάτια μου.

Να είσαστε καλά όλοι!

Κουφόπουλο είπε...

Ανατρίχιασα... εξαιρετική αφήγηση, πέραν κάθε σχολίου.
Νίκο και λοιποί που διαβάζετε, καταλαβαίνετε νομίζω ότι δεν είναι φυσικά δυνατόν να αφήσω τα παραπάνω "θαμένα" στην περιοχή των σχολίων.
Τα κάνω ξεχωριστό θέμα ευθύς αμέσως.

(Νίκο αν έχεις αντίρρηση μου λες να το κατεβάσω)